Εποχή του Χαλκού

Προανακτορική Περίοδος (περ. 3200 – 1900 π.Χ.)

Στην αυγή του μινωικού πολιτισμού, κατά την Προανακτορική περίοδο, στην περιοχή του Ρεθύμνου διαπιστώνεται συνέχιση της κατοίκησης σε παλαιότερες θέσεις αλλά και ίδρυση νέων οικισμών.

Γύρω στα 2600 π.Χ. χρονολογείται η πρωιμότερη φάση του σημαντικού οικισμού στο Χαμαλεύρι, με διάρκεια ζωής σε όλους τους Μινωικούς χρόνους, και με την κατοίκηση να επιβεβαιώνεται τόσο στα παράλια, στον Σταυρωμένο, όσο και στα χαμηλά και εύφορα υψώματα της Κακαβέλας και των Τσικουριανών. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η υπαίθρια εργαστηριακή εγκατάσταση παραγωγής αρωματικών ελαίων που αποκαλύφθηκε στο ύψωμα των Τσικουριανών και χρονολογείται περίπου στα 2100-2000 π.Χ. Οι εστίες και οι πυρές, οι λάκκοι απορριμμάτων, τα λίθινα εργαλεία και τα πήλινα αγγεία ειδικής χρήσης, με ίχνη καύσης, λόγω της εκτεταμένης επαφής με τη φωτιά, υποδηλώνουν εγκατάσταση οργανωμένης βιοτεχνίας. Εργαστηριακές αναλύσεις στα τοιχώματα των αγγείων απέδωσαν ελαιόλαδο, ιριδέλαιο, μέλι και ρητίνη, που υποδεικνύουν παραγωγή αρωματικών ελαίων. Τα μικύλλα – μικρογραφικά – κύπελλα χρησιμοποιούνταν πιθανά ως μονάδες μέτρησης, ενώ οι πολλές λεπίδες οψιανού μπορούν να συνδεθούν με τον τεμαχισμό αρωματικών υλών, όπως των ριζωμάτων της ίριδας. Η βιοτεχνική μονάδα στο Χαμαλεύρι καταδεικνύει την ύπαρξη, ήδη από το 2000 π.Χ., ανεπτυγμένης αρωματοποιίας στην Κρήτη.

Πρόχους, Ελλένες, περ. 3000-2100 π.Χ.

Διάσπαρτες θέσεις κατοίκησης εντοπίζονται επίσης σ΄ όλη την έκταση της περιοχής του Ρεθύμνου. Στις Ελλένες, στη θέση Κορυφή του Κουκογιάννη, παλιότερη ανασκαφική έρευνα του Σπ. Μαρινάτου είχε αποκαλύψει οικιστικό σύνολο του 2800-2600 π.Χ. Λίγο νεώτεροι με χρονολόγηση περίπου στα 2600-2300 π.Χ. είναι οι οικισμοί στη θέση Κουπιά στη Βιράν Επισκοπή και η οικιστική εγκατάσταση στο Καβούσι. Ανθρώπινη παρουσία ανιχνεύεται επίσης στο λόφο των Γριβίλων και την Ελεύθερνα, ενώ προς το τέλος της περιόδου χρονολογείται η παράκτια θέση της Παναγίας του Χάρακα. Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας ανιχνεύονται στην κορυφή Κορακιάς των Ατσιπάδων ήδη από τα 2300-1900 π.Χ. και στο Βρύσινα αντίστοιχα από τα 2100-1900 π.Χ. Παράλληλα επιβεβαιωμένη είναι η σποραδική κατοίκηση των σπηλαίων Μελιδονίου και Ζωνιανών.

Παλαιοανακτορική Περίοδος (περ. 1900 – 1700 π.Χ.)

Κατά την περίοδο αυτή, εποχή ανέγερσης των πρώτων μινωικών ανακτόρων, στην περιοχή του Ρεθύμνου ιδρύθηκαν πολλές νέες οικιστικές εγκαταστάσεις και συνεχίστηκε η ζωή σε παλαιότερους οικισμούς με επέκταση των ορίων τους.

Στο Μοναστηράκι, η συστηματική ανασκαφή, υπό τη διεύθυνση της επίτιμης Διευθύντριας του ΥΠΠΟΑ Α. Κάντα, έχει αποκαλύψει μεγάλο οικιστικό συγκρότημα με ανακτορικό χαρακτήρα, ενώ στο χώρο είχε προηγηθεί ανασκαφή από Γερμανούς αρχαιολόγους κατά την Κατοχή. Το ανακτορικό κέντρο ιδρύθηκε σε θέση με πλεονεκτικά γεωγραφικά χαρακτηριστικά, όπως η εύφορη γη, η εγγύτητα σε πηγές νερού και ο έλεγχος οδών επικοινωνίας, στην αρχή της Παλαιοανακτορικής περιόδου και καταστράφηκε από σεισμό και επακόλουθη πυρκαϊά, περίπου το 1700 π.Χ. Στο κέντρο του χώρου δεσπόζει ο φυσικός βράχος του Χάρακα, στον οποίο διαπιστώθηκαν στοιχεία λατρευτικής χρήσης. Τα κτίσματα αναπτύσσονται γύρω από κεντρικό, ανοιχτό χώρο και έχουν ποικίλες χρήσεις.

Έχουν αποκαλυφθεί αίθουσες μεγαλιθικής κατασκευής με ανακτορικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, όπως λίθινες βάσεις κιόνων, εκτεταμένοι αποθηκευτικοί χώροι για τη συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής και χώροι εργαστηριακής χρήσης. Πολυάριθμα αγγεία, αποθηκευτικά, καθημερινής χρήσης και διακοσμημένα, του λεγόμενου καμαραϊκού ρυθμού, μικρογραφικά αγγεία, σκεύη ειδικών χρήσεων καθώς και λατρευτικά αντικείμενα ήρθαν στο φως κατά την ανασκαφή. Σημαντικό εύρημα είναι το πήλινο ομοίωμα κτηρίου που αποδίδει διώροφο κτίσμα από το οποίο διατηρείται σχεδόν πλήρως ο όροφος με επίπεδη οροφή και γείσο, ανοίγματα, θύρες και παράθυρα. Η οροφή του μεγαλύτερου σε έκταση ισογείου αποτελούσε τον εξώστη του ορόφου, όπως διακρίνεται από τις πλαϊνές όψεις, η μια από τις οποίες κοσμείται με κέρατα καθοσίωσης που χαρακτηρίζουν το χώρο ως ιερό. Ενδιαφέρουσα είναι η διαμόρφωση με κίονα ή ιστό στο πλάι της κεντρικής εισόδου. Στο χώρο αποκαλύφθηκαν δύο τουλάχιστον αρχεία σφραγισμάτων, τμημάτων, δηλαδή, πηλού που έφεραν αποτυπώματα σφραγίδων στην όψη τους και τα οποία αρχικά ασφάλιζαν χείλη πίθων και άλλων αγγείων, πόμολα κιβωτίων και θυρών, σακιά κ.ά. Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση των συναλλαγών, αρχειοθετούνταν στο πλαίσιο ελέγχου των καταγραφών και της διακίνησης των προϊόντων. Τα σφραγίσματα αυτά καταδεικνύουν τον ανακτορικό χαρακτήρα της εγκατάστασης και τη σχέση της με τη Φαιστό, όπου έχει εντοπιστεί αντίστοιχο, μεγάλο αρχείο.

Πήλινο ομοίωμα κτηρίου/ναού, Μοναστηράκι περ. 1900-1700 π.Χ.

Η συστηματική ανασκαφή της Ελληνο-Ιταλικής επιστημονικής ομάδας υπό τη διεύθυνση των Γ. Τζεδάκι και L. Godart στο Αποδούλου, αποκάλυψε παλαιοανακτορικό οικισμό, στον οποίο είχε προηγηθεί έρευνα από τον καθηγητή Σπ. Μαρινάτο και κατά την Κατοχή από Γερμανούς αρχαιολόγους. Ο οικισμός, που εμφανίζει σαφή στοιχεία πολεοδομικής οργάνωσης, βρίσκεται σε φυσικό πέρασμα της κοιλάδας του Αμαρίου στη διαδρομή μεταξύ Μοναστηρακίου και Φαιστού.

Στο βόρεια τμήμα της περιοχής του Ρεθύμνου στοιχεία για συνέχεια της κατοίκησης έδωσε το οικιστικό κέντρο του Χαμαλευρίου, με σαφή επέκταση των ορίων του, ενώ στο Καβούσι και στο Κρυονέρι εντοπίστηκαν νέες οικιστικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα στην περίοδο αυτή ανάγονται και οι πρώτες ενδείξεις για κατοίκηση στη Ζώμινθο, η οποία εξελίχτηκε σε σημαντικό κέντρο κατά την Νεοανακτορική περίοδο.

Κατά μήκος της βόρειας ακτής, σε φυσικούς κολπίσκους, εμφανίζονται οι οικισμοί στην Παναγία του Χάρακα, την Κατεβατή, το Καλό Χωράφι και τους Πέρα Γαλήνους. Οι παράκτιες αυτές εγκαταστάσεις, πιθανά σχετίζονται με τα μεταλλοφόρα εδάφη της περιοχής.

Μοναδικό φαινόμενο του μινωικού πολιτισμού είναι η λατρεία σε κορυφές βουνών και υψωμάτων, τα λεγόμενα Ιερά Κορυφής, που εμφανίζονται κατά την Παλαιοανακτορική περίοδο. Στο Ρέθυμνο Ιερά Κορυφής έχουν εντοπιστεί στις Ατσιπάδες, το Σπήλι, τη Μαύρου Κορυφή και τον Βρύσινα. Ειδικά το τελευταίο είναι το σημαντικότερο σε έκταση και σημασία, όπως αποδεικνύεται από την παλιότερη ανασκαφική έρευνα του καθηγητή Κ. Δαβάρα και την συστηματική ανασκαφή της Εφορείας Αρχαιοτήτων και του Πανεπιστημίου Κρήτης υπό τη διεύθυνση της καθηγήτριας Ι. Τζαχίλη και της Ε. Παπαδοπούλου.

Νεοανακτορική Περίοδος (περ. 1700 – 1450 π.Χ.)

Κατά την περίοδο αυτή που ο Μινωικός πολιτισμός έφτασε στην ακμή του, συνεχίστηκε η κατοίκηση σε παλαιότερες θέσεις και ιδρύθηκαν νέοι οικισμοί στην περιοχή του Ρεθύμνου.

Στη αρχή της μεταβατικής περιόδου προς τη Νεοανακτορική εξακολούθησαν να κατοικούνται στον γεωγραφικό άξονα της βόρειας ακτής, η παράκτια εγκατάσταση της Κατεβατής και του Καλού Χωραφιού καθώς και η εγκατάσταση στους Πέρα Γαλήνους που άκμασε στην πρώτη φάση της περιόδου. Στο Καλό Χωράφι Μυλοποτάμου ανασκάπτεται από το 2014, υπό την διεύθυνση της Α. Τζιγκουνάκη, διευθύντριας αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟΑ, μεγάλη παράκτια εγκατάσταση, στην οποία αποκαλύφθηκαν μεταξύ άλλων, κύπελλο με σύμβολο Γραμμικής Α γραφής, ενεπίγραφο υφαντικό βάρος με σύμβολο Κυπρομινωικής γραφής που πιστοποιεί άμεση η έμεση εμπορική σχέση με την Κύπρο, σφραγίδα και ενσφράγιστα αγγεία. Στους Πέρα Γαλήνους η συστηματική ανασκαφική έρευνα υπό τη διεύθυνση των Ε. Μπάνου, διευθύντριας αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟΑ και Ε. Τσιβιλίκα, έφερε στο φως εντυπωσιακά κτίσματα, σωζόμενα σε μεγάλο ύψος, με επιμελημένη τοιχοποιία, μνημειακές κλίμακες, πλακόστρωτα δάπεδα, βάσεις κιόνων, καθώς και “δεξαμενή καθαρμών”, χώρο λατρευτικής χρήσης. Λίθινα αγγεία, όπως τράπεζες προσφορών, κάδοι, λύχνοι, βαθμιδωτές βάσεις και κύπελλα που όμοιά τους απαντώνται στις μινωικές επαύλεις και τα ανάκτορα πιστοποιούν τις διασυνδέσεις ή την εξάρτηση της πλούσιας αυτής εγκατάστασης από τα ισχυρά κέντρα του νησιού.

Οικιστικά κατάλοιπα εντοπίστηκαν στο Σπήλι, τα Σακτούρια και κοντά στο Μυξόρρουμα. Στην Αλφά ανασκάφηκε χώρος απόρριψης κεραμεικής, ενώ ενδείξεις κατοίκησης προέρχονται από τα Σκουλούφια και τη Βιράν Επισκοπή. Στο Αποδούλου κατά την περίοδο αυτή εντοπίστηκε εγκατάσταση με στοιχεία λατρευτικού χαρακτήρα, όπως κύπελλο, θραύσμα από λίθινο κάλλυμα αγγείου και τράπεζα προσφορών με επιγραφές της Γραμμικής Α γραφής (η τράπεζα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου).

Πήλινο ρυτό με διακόσμηση καλαμοειδών, Ζώμινθος, περ. 1700-1450 π.Χ.

Εξαιρετικά σημαντικό είναι το ανακτορικό κέντρο στη Ζώμινθο Ανωγείων, μοναδικό για τη γεωγραφική του θέση καθώς βρίσκεται σε υψόμετρο 1200 μ., στον άξονα που συνδέει το ανάκτορο της Κνωσού με το ιερό σπήλαιο του Ιδαίου Άντρου στον Ψηλορείτη. Η συστηματική ανασκαφική έρευνα, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Γ. Σακελλαράκη και της επίτιμης Διευθύντριας Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟΑ Ε. Σαπουνά-Σακελλαράκη, έφερε στο φως εντυπωσιακά διατηρημένους πολυώροφους χώρους με τεράστιες αίθουσες, κλίμακες, διαδρόμους και εργαστήρια κεραμεικής και κατεργασίας ορείας κρυστάλλου. Πολλοί από τους χώρους ήταν διακοσμημένοι με χρωματιστά κονιάματα. Στα πολυάριθμα ευρήματα περιλαμβάνονται πήλινα αγγεία, σκεύη με λατρευτική χρήση όπως ρυτά με φυτική διακόσμηση καλαμοειδών, ρυτό σε μορφή χοίρου, σφραγιδόλιθοι και κοσμήματα, χρυσά ελάσματα, χάλκινα χρηστικά και τελετουργικά αντικείμενα, εξαιρετικής τέχνης.

Με το οικιστικό κέντρο του Χαμαλευρίου συνδέεται θαλαμωτός τάφος του 1450 π.Χ. που ανασκάφηκε στο Σταυρωμένο, από τον οποίο προέρχονται ηθμοπυξίδα και πύραυνο με χύτρα, αγγεία σχετιζόμενα με την παραγωγή αρωματικών ουσιών. Παράλληλα, την περίοδο αυτή, συνεχίστηκε και κορυφώθηκε η λειτουργία του ιερού κορυφής του Βρύσινα, η εμβέλεια και η σημασία του οποίου υποδηλώνεται από τον πλούτο των αναθημάτων.

Τελική Ανακτορική Περίοδος (περ. 1450 – 1380/70 π.Χ.)
Μετανακτορική Περίοδος (περ. 1380/70 – 1050 π.Χ.)
Υπομινωική Περίοδος (περ. 1050 – 970 π.Χ.)

Οι τελευταίες περίοδοι του Μινωικού πολιτισμού χαρακτηρίζονται από την πληθώρα των αρχαιολογικών θέσεων. Στην περιοχή του Ρεθύμνου οι μαρτυρίες προέρχονται κυρίως από ταφικά σύνολα.

Η συστηματική ανασκαφή υπό τη διεύθυνση του Γ. Τζεδάκι, επίτιμου Γενικού Διευθυντή Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟΑ, στους Αρμένους έχει αποκαλύψει το μεγαλύτερο έως σήμερα μινωικό νεκροταφείο της Κρήτης. Η κύρια χρήση του νεκροταφείου τοποθετείται στην Τελική Ανακτορική/Μετανακτορική περίοδο, περίπου στα 1450-1200 π.Χ. Έχουν αποκαλυφθεί 231 θαλαμωτοί τάφοι με δρόμο ή κλίμακες, λαξευμένοι στο φυσικό βράχο, οργανωμένοι χωροταξικά σε συστάδες.

Δύο από αυτούς, οι τάφοι αρ. 24 και αρ. 159 είναι οι πιο εντυπωσιακοί, τόσο λόγω του μεγέθους τους όσο και για την ύπαρξη πεσσού στον θάλαμο, κεντρικού και πλευρικού αντίστοιχα. Για τη σήμανση ορισμένων τουλάχιστον τάφων είχαν χρησιμοποιηθεί ακατέργαστες πέτρες και πλακοειδείς στήλες. Οι περισσότεροι τάφοι ήταν οικογενειακοί, με διαδοχικές χρήσεις, και μεταξύ αυτών βρέθηκαν τάφοι πολεμιστών. Οι νεκροί αποτίθεντο είτε πάνω στο δάπεδο είτε σε λάρνακες, πλούσια διακοσμημένες. Η θεματογραφία των λαρνάκων αντανακλά θρησκευτικές αντιλήψεις, καθώς είναι πολύ συχνή η παρουσία ιερών συμβόλων, όπως διπλοί πελέκεις και κέρατα καθοσιώσεως. Από το νεκροταφείο προέρχεται πολύ μεγάλος αριθμός αγγείων, ενώ αξιόλογη είναι η σειρά των χάλκινων εργαλείων και όπλων και εντυπωσιακή η ποικιλία των κοσμημάτων και των σφραγιδολίθων. Σημαντικά ευρήματα αποτελούν το κράνος από χαυλιόδοντες χοίρου, ο ψευδόστομος αμφορέας με επιγραφή της Γραμμικής Β που αποδίδει το όνομα wi-na-jo (Όμοιος αμφορέας από την Κνωσό εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου) και καλάθι με το κάλυμμά του, σωζόμενα τμηματικά.

Καλάθι με πώμα, νεκρόπολη Αρμένων, περ. 1450-1200 π.Χ.

Τμήμα νεκροταφείου έχει αποκαλυφθεί επίσης στον Μαρουλά. Με τον οικισμό του Χαμαλευρίου σχετίζονται τάφοι που ήρθαν στο φως στην ευρύτερη περιοχή του, ενώ άλλοι στην Πηγή, τη Μέση και το Άδελε αντιστοιχούν σε μικρές οικιστικές μονάδες, δορυφορικές του ίδιου οικισμού. Θαλαμωτός τάφος στο Παγκαλοχώρι απέδωσε εξαιρετικά ευρήματα, ενώ τάφοι του ίδιου τύπου ανασκάφηκαν στα Αγγελιανά, το Χουμέρι, τους Αποστόλους και σε πολλές άλλες θέσεις της περιφέρειας Ρεθύμνου. Η εύρεση θαλαμωτών τάφων και στα όρια της πόλης του Ρεθύμνου υποδηλώνει κατοίκηση της περιοχής. Θολωτοί τάφοι, σε συστάδες ή μεμονωμένοι, έχουν ανασκαφεί στην ευρύτερη περιοχή του Αποδούλου.

Πήλινο ειδώλιο θεάς με υψωμένα χέρια από τα Σακτούρια περ. 1450- 1300 π.Χ.

Εντυπωσιακός είναι ο μεγάλος θολωτός τάφος που βρέθηκε στην περιοχή των Μαργαριτών. Η συνέχιση της κατοίκησης επιβεβαιώνεται στο Χαμαλεύρι και το Μυξόρρουμα, ενώ οικιστικά κατάλοιπα εντοπίστηκαν στην περιοχή των Αγγελιανών. Την περίοδο αυτή λειτούργησαν ως λατρευτικά κέντρα το Ιδαίον Άντρον και το σπήλαιο του Μελιδονίου, ενώ λατρευτική χρήση επιβεβαιώνεται και στα σπήλαια του Λατζιμά. Ειδώλια του τύπου της “θεάς με υψωμένα χέρια” προέρχονται από τα Σακτούρια και το Παγκαλοχώρι, ενώ τμήματα αντίστοιχων ειδωλίων και ρυτό σε μορφή χοίρου αποκαλύφθηκαν σε ανασκαφή κτηρίου στον Άγιο Ιωάννη Αμαρίου.

Κατά τον 12ο αιώνα π.Χ., εποχή πολιτικών και κοινωνικών αναταραχών στην Ανατολική Μεσόγειο, καταγράφεται ανθρώπινη παρουσία σε οχυρές και δυσπρόσιτες θέσεις, όπως η κορυφή Σίδερος στο Μπαλί, οι Ατσιπάδες και η Ορνέ. Παράλληλα, νέοι οικισμοί ιδρύθηκαν στο Θρόνος, στο Βένι και στην Αγία Ειρήνη, ενδείξεις κατοίκησης προέρχονται από την Αξό και την Ελεύθερνα, ενώ συνεχίστηκε η κατοίκηση στο Χαμαλεύρι.

Την Μετανακτορική περίοδο διαπιστώνεται η έντονη λατρευτική χρήση του σπηλαίου του Αγίου Αντωνίου στην Πατσό, η οποία κορυφώθηκε στις μεταγενέστερες περιόδους. Στο 1200 π.Χ. περίπου χρονολογούνται, θαλαμωτός τάφος στη Μέση και τάφοι στις Βολεώνες. Στη μετάβαση από την Εποχή του Χαλκού σε εκείνη του Σιδήρου ανάγεται η χρήση του νεκροταφείου στις Ατσιπάδες.

ΤΑ ΕΚΘΕΜΑΤΑ

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

amr_inside_red

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Share on FacebookGoogle+Tweet about this on TwitterEmail to someone