Εποχή του Σιδήρου – Ιστορικοί Χρόνοι

ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Πρωτογεωμετρική περίοδος: 970-810 π.Χ.
Γεωμετρική περίοδος: 810-710 π.Χ.

Η Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική περίοδοι χαρακτηρίζονται από τη γενίκευση της χρήσης του σιδήρου, η οποία συνέβαλε τεχνολογικά στην ανάπτυξη. Η έλευση ελληνικών φύλων και η ανάμειξή τους με τον γηγενή πληθυσμό δημιούργησε νέα πολιτισμικά δεδομένα, όπως υποδηλώνεται από τοπωνύμια, ονόματα θεών και μηνών, τα ονόματα των φυλών, καθώς και από τη γενίκευση της πρακτικής της καύσης των νεκρών.

Το έθιμο της καύσης των νεκρών έχει ανιχνευτεί στο νεκροταφείο της Παντάνασσας το οποίο χρονολογείται στη μετάβαση από την Υπομινωική προς την Πρωτογεωμετρική περίοδο. Ιδιαίτερος είναι ο θολωτός τάφος ο οποίος περιείχε δύο ταφές καύσεων πολεμιστών. Τα υπολείμματα της μίας καύσης είχαν εναποτεθεί σε εντυπωσιακό χάλκινο αμφοροειδή κρατήρα. Το τεφροδόχο αγγείο της δεύτερης καύσης, ένας αμφορέας, είχε τοποθετηθεί μέσα σε μικρό πίθο. Οι ταφές ήταν κτερισμένες με αγγεία, μικρά σιδερένια όπλα και κοσμήματα Στην είσοδο του τάφου βρέθηκαν τα κατάλοιπα πυράς προσφορών, από την οποία προέρχονται δύο λυγισμένες αιχμές δοράτων. Ο χάλκινος κρατήρας, διακοσμημένος στον λαιμό με έκτυπες σπονδικές πρόχους, όπως και η λήκυθος με την εγχάρακτη διακόσμηση, υποδηλώνουν σχέσεις με την Κύπρο. Η χρήση του κρατήρα ως τεφροδόχου αγγείου και τα “θανατωμένα”, δηλαδή λυγισμένα, όπλα της πυράς προσφορών, παραπέμπουν σε ταφικές πρακτικές, όπως περιγράφονται στα Ομηρικά Έπη.

Χάλκινος Αμφοροειδής κρατήρας, Θολωτός τάφος Παντάνασσας, 11ος/ 10ος αιώνας π.Χ.
Κρατήρας με παράσταση χορού πολεμιστών, Θρόνος, 11ος αι. π.Χ.

Στην Πρωτογεωμετρική περίοδο άρχισε επίσης η χρήση της εκτεταμένης νεκρόπολης στην Ορθή Πέτρα της Ελεύθερνας, τη συστηματική ανασκαφή της οποίας διευθύνει ο καθηγητής Ν. Χρ. Σταμπολίδης. Η νεκρόπολη εξακολούθησε να χρησιμοποιείται αδιάκοπα έως και τους Αρχαϊκούς χρόνους. Τα ευρήματα των νεκροταφείων, και ειδικά αυτά του νεκροταφείου της Ορθής Πέτρας, υποδεικνύουν ανώτερο βιοτικό επίπεδο και πυκνές σχέσεις με την Εγγύς Ανατολή και την Κύπρο, στις οποίες οφείλεται η πολυμορφία στην τέχνη και οι επιρροές στη θρησκεία και την οικονομία. Μεγάλο μέρος των ευρημάτων ης νεκρόπολης της Ορθής Πέτρας εκτίθεται σε ειδικά διαμορφωμένες αίθουσες του Μουσείο Αρχαιολογικού Χώρου Ελεύθερνας.

Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν συχνά τη συνέχιση επιλογής οχυρών θέσεων ως τόπων κατοίκησης, όπως ο οικισμός που ήρθε στο φως στην κορυφή του λόφου Κεφάλα της Συβρίτου από τη συστηματική Ελληνο-ιταλική ανασκαφή, υπό τη διεύθυνση των L. Roccheti και Ν. Προκοπίου και πιο πρόσφατα των A.L. D’ Agata και Ν. Καραμαλίκη. Οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές αποτυπώθηκαν στη συγκρότηση των πρώτων πόλεων, με την ανέγερση ναών εντός του συνεκτικού τους ιστού, και τη δημιουργία νέων νεκροταφείων. Σημαντικοί οικισμοί της περιόδου ήταν η Ελεύθερνα, η Αξός και η Σύβριτος, ενώ σχετικές ενδείξεις παρέχει και η Λάππα.

Το σημαντικότερο λατρευτικό κέντρο της περιόδου εντοπίζεται στο Ιδαίον Άντρον, το οποίο αποκτά πανελλήνιο χαρακτήρα, όπως δείχνουν τα πολυάριθμα αναθήματα που εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Ιερό της περιόδου αποκαλύφθηκε στη θέση Νησί της Ελεύθερνας κατά τη συστηματική ανασκαφή υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Θ. Καλπαξή. Ενδείξεις που σχετίζονται με τη λατρεία, εντοπίστηκαν επίσης στο σπήλαιο Μελιδονίου και στα Μικρά Ανώγεια.

ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Πρώιμη Αρχαϊκή ή Ανατολίζουσα
ή Δαιδαλική περίοδος: 710 – 600 π. Χ.
Αρχαϊκή περίοδος: 600 – 500/480 π.Χ.

Η Πρώιμη Αρχαϊκή ήταν περίοδος μεγάλης ακμής για την Κρήτη, κατά την οποία διαπιστώνονται εντατικές σχέσεις με την Εγγύς Ανατολή και επιδράσεις. Στα προερχόμενα από την Ανατολή διακοσμητικά μοτίβα και θέματα, όπως οι γρύπες και άλλα φανταστικά όντα που χρησιμοποιήθηκαν συχνά στην τέχνη, οφείλεται η ονομασία της ως Ανατολίζουσας. Την περίοδο αυτή δημιουργήθηκαν, επίσης, τα πρώτα περίοπτα έργα γλυπτικής, από τα οποία χαρακτηρίζεται ως Δαιδαλική, απηχώντας την παράδοση του μυθικού τεχνίτη της Κρήτης Δαίδαλου. Η πώρινη θεά από την Ονυθέ είναι χαρακτηριστικό δείγμα της τάσης αυτής. Ενδεικτικοί για την ποιότητα της κεραμεικής τέχνης είναι οι πίθοι με ανάγλυφη διακόσμηση μυθικών σκηνών και φανταστικών όντων, ενώ μεγάλη ακμή γνώρισε και η μεταλλοτεχνία, με εξαίρετα δείγματα από το ιερό του Ιδαίου Άντρου, την Αξό και την Ελεύθερνα. Έργα Κρητών καλλιτεχνών έχουν βρεθεί στα μεγάλα πανελλήνια ιερά της Ολυμπίας και των Δελφών.

Κεφαλή ειδωλίου από την Αξό αρχές 6ου αι. π.Χ.

Η Κρήτη στους χρόνους αυτούς είχε μικρή συμμετοχή στο πανελλήνιο φαινόμενο του αποικισμού, χωρίς ωστόσο να απέχει ολοκληρωτικά, αφού Κρήτες σχετίζονταν με την ίδρυση της Κυρήνης στη βόρεια Αφρική και της Γέλας στη Σικελία.

Στους Αρχαϊκούς χρόνους παγιώθηκαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί και κωδικοποιήθηκε η νομοθεσία. Η Κρήτη δεν πρωτοπορούσε πλέον στις εξελίξεις στην τέχνη, αντίθετα διαφαίνεται μια τάση εσωστρέφειας που έγινε πιο έντονη τους επόμενους αιώνες.

Πολιτικό κύτταρο της περιόδου ήταν η πόλη – κράτος, με την εξουσία να ασκείται από την τάξη των πολιτών – οπλιτών. Ο στρατιωτικός χαρακτήρας της οργάνωσης του κράτους και της εκπαίδευσης των πολιτών αντικατοπτρίζεται στη συνήθεια της ανάθεσης όπλων στα ιερά. Την περίοδο αυτή, ισχυρές πόλεις ήταν η Αξός, η Ελεύθερνα και η πόλη στην Ονυθέ η οποία αποκαλύφθηκε κατά τη συστηματική ανασκαφική έρευνα του καθηγητή Ν. Πλάτωνα, η οποία έφερε στο φως εκτεταμένα κτίσματα της περιόδου. Ενδείξεις για τη συνέχιση της λατρείας ανιχνεύονται στο Ιδαίον Άντρον, στο σπήλαιο Μελιδονίου και στα Μικρά Ανώγεια.

Κλασική Περίοδος (500/480 – 323 π.Χ.)

Την αρχή της Κλασικής περιόδου σηματοδότησε η εισβολή των Περσών, γεγονός με καταλυτικές συνέπειες για ολόκληρο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, καθώς οδήγησε στη διαμόρφωση των δύο κέντρων του, της Αθήνας και της Σπάρτης. Η Κρήτη, ωστόσο, δεν συμμετείχε στους πολέμους κατά των Περσών και διατηρώντας τις αρχαϊκές της παραδόσεις διαφοροποιήθηκε από τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

Η παλαιότερη αντίληψη ότι η Κρήτη κατά την περίοδο αυτή παρήκμασε, δεν φαίνεται να ευσταθεί, σύμφωνα με τα νέα αρχαιολογικά δεδομένα. Κυρίως από τις εισαγωγές κεραμεικής ανιχνεύονται σχέσεις με την Αττική και την ηπειρωτική Ελλάδα.

Οι σημαντικότερες πόλεις κατά τους Κλασικούς χρόνους στην περιοχή του Ρεθύμνου ήταν η Ελεύθερνα, η Αξός, η Σύβριτος, η Λάππα, και εκείνες στην Ονυθέ και στο Σφακάκι/Σταυρωμένο.

Το υπαίθριο ιερό στα Μικρά Ανώγεια που ανήκε στην επικράτεια της Ρίθυμνας συνεχίζει τη λειτουργία του, όπως αποδεικνύεται από τα πήλινα αναθήματα.

Αρχαϊκή επιτύμβια στήλη πολεμιστή, Ελεύθερνα, 6ος αι. π.Χ.

Ελληνιστική Περίοδος (323 – 67 π.Χ.)

Η Ελληνιστική περίοδος αρχίζει συμβατικά με τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Την περίοδο αυτή, η Ανατολική Μεσόγειος και μεγάλο τμήμα της Ανατολής ενοποιήθηκαν πολιτισμικά, με κοινή γλώσσα την ελληνική. Παρά τις συνεχείς πολεμικές συρράξεις της περιόδου, ο ευρύς αυτός χώρος γνώρισε πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη και άνθιση τεχνών και επιστημών.

Η Κρήτη, με την καίρια θέση της στο σταυροδρόμι των εμπορικών δρόμων, βρέθηκε στο κέντρο του ελληνιστικού κόσμου, διατηρώντας τον συντηρητικό θεσμό της πόλης – κράτους. Το νησί, στο οποίο οι διαμάχες και οι ολοένα μετασχηματιζόμενες συμμαχίες των πόλεων ήταν συχνές, εμπλεκόταν έμμεσα στις εξελίξεις συμμετέχοντας στις συμμαχίες των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επανδρώνοντας τους αντιμαχόμενους στρατούς με μισθοφόρους. Η μισθοφορία και η πειρατεία που συνδέονταν με το δουλεμπόριο αποτέλεσαν σημαντικές πηγές πλουτισμού πόλεων και πολιτών, παράλληλα με το εμπόριο και την καλλιέργεια της γης. Κατά την περίοδο αυτή δημιουργήθηκε η χαλαρή ομοσπονδία πόλεων, γνωστή από τις πηγές ως Κοινό των Κρηταιέων.

Πήλινο ομοίωμα υποζύγιου, Πάνορμο, 3ος αι. π.Χ.

Στην ενδοχώρα του Ρεθύμνου, οι πόλεις Ελεύθερνα, Αξός, Λάππα, Σύβριτος και εκείνη στην Ονυθέ διατήρησαν τη δύναμή τους, όπως αποδεικνύουν οι επιγραφικές και νομισματικές μαρτυρίες. Η συστηματική έρευνα στη θέση Νησί στην Ελεύθερνα, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Θ. Καλπαξή, έφερε στο φως εκτεταμένες οικίες και εργαστηριακούς χώρους της περιόδου. Παράλληλα, διαπιστώνεται ακμή των παράλιων οικισμών, όπως της Ρίθυμνας, στην επικράτεια της οποίας ανήκε και ο οικισμός της Αγίας Ειρήνης, του Πανόρμου – η αρχαία Πάναρμος; – και του οικισμού στο Σφακάκι/Σταυρωμένο – η αρχαία Αλλαρία ή Άγριον;, ως αποτέλεσμα του προσανατολισμού στο εμπόριο και τη ναυτιλία.

Ρωμαϊκή Περίοδος (67 π.Χ. – 4ος αιώνας μ.Χ.)

Ήδη από τους Ύστερους Ελληνιστικούς χρόνους η Ρώμη εμπλεκόταν στις συνεχείς διαμάχες των κρητικών πόλεων υπό μορφή διαιτησίας. Η στάση των Κρητών στις πολεμικές επιχειρήσεις των Ρωμαίων στην Ανατολική Μεσόγειο, και η συμμετοχή τους σε πειρατικές επιδρομές προκάλεσαν την επέμβαση της Ρώμης, που απέστειλε το 69 π.Χ. τον Κόιντο Καικίλιο Μέτελλο, ο οποίος ολοκλήρωσε την κατάκτηση του νησιού το 67 π.Χ. Η Κρήτη ενσωματώθηκε στο Ρωμαϊκό κράτος ως ενιαία επαρχία με την Κυρηναϊκή της Βορείου Αφρικής, υπό κοινό διοικητή, με έδρα τη Γόρτυνα. Διατηρήθηκε η διοικητική οργάνωση καθεμιάς πόλης ξεχωριστά ενώ το Κοινό αναδιοργανώθηκε και μετονομάσθηκε σε Κοινό των Κρητών, έχοντας πλέον ως κύριο ρόλο την πολιτική εκπροσώπηση της επαρχίας και τη λατρεία του αυτοκράτορα.

Στην πρώτη ρωμαϊκή περίοδο χρονολογούνται τα εκτεταμένα νεκροταφεία που έχουν ανασκαφεί στο παράκτιο τμήμα του Σταυρωμένου και του Σφακακίου και αποκαλύπτουν όψεις της καθημερινής ζωής, της διακίνησης υλικών αγαθών αλλά και των πνευματικών ανησυχιών και των δοξασιών. Τα νεκροταφεία αντιστοιχούν στην αρχαία πόλη που εκτεινόταν στην περιοχή, η οποία γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους. Οι νεκροί ενταφιάζονταν στολισμένοι με τα κοσμήματά τους, συνήθως με νόμισμα στο στόμα ως “χαρώνειο οβολό” και σε λίγες περιπτώσεις με χρυσό επιστόμιο. Τα επιστόμια ήταν λεπτά επιμήκη φύλλα χρυσού, σε κάποια εκ των οποίων είχε χαραχτεί επιγραφή με αναφορά στους άρχοντες του Κάτω Κόσμου, Πλούτωνα και Περσεφόνη. Τα κείμενα αυτά σχετίζονταν με μία τελετουργία ή μυστηριακή λατρεία που έδινε έμφαση στη μεταθανάτια ζωή και έχουν συνδεθεί με τα λεγόμενα Ορφικά/Βακχικά Μυστήρια, αποτελώντας απτή απόδειξη της διαχρονικής αγωνίας του ανθρώπου για το επέκεινα.

Χρυσό επιστόμιο με επιγραφή που αναφέρεται στην Περσεφόνη, από το νεκροταφείο του Σφακακίου/Σταυρωμένου 1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ.

Στην Ελεύθερνα η συστηματική ανασκαφή υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Π. Θέμελη, αποκάλυψε σημαντικό τμήμα της ρωμαϊκής φάσης της πόλης με εντυπωσιακά κτήρια. Ευρήματα από ανασκαφές σε πληθώρα άλλων θέσεων σε όλη την περιοχή του Ρεθύμνου, όπως η Λάππα, η οποία απολάμβανε καθεστώς ελεύθερης πόλης, η Ρίθυμνα, η Σύβριτος, το Πάνορμο και ο οικισμός στο Σφακάκι/Σταυρωμένο επιβεβαιώνουν ότι η Κρήτη, ως τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ακολούθησε τις κοινωνικές, οικονομικές και διοικητικές εξελίξεις του ρωμαϊκού κόσμου. Οι κάτοικοι απολάμβαναν τις συνθήκες ασφάλειας και ευημερίας που επικράτησαν στον χώρο της Μεσογείου και οδήγησαν στην ανάπτυξη των οικιστικών κέντρων. Στοιχεία για αναβίωση της λατρείας παρέχουν ευρήματα από τα σπήλαια του Ιδαίου Άντρου και του Μελιδονίου.

Η καίρια γεωγραφική θέση της Κρήτης και η σημασία των λιμανιών των νοτίων ακτών στους ναυτικούς δρόμους από την Ανατολή προς τη Ρώμη αποτυπώνεται εύγλωττα στα ενάλια ευρήματα από την περιοχή της Αγίας Γαλήνης. Το αποκαλούμενο “ναυάγιο” της Αγ. Γαλήνης αποτελείται από χάλκινα κυρίως αντικείμενα που ανασύρθηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές από τον κόλπο της Μεσαράς. Χρονολογείται με βάση τη μαρτυρία νομισματικού θησαυρού στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Η ποικιλία των αντικειμένων, όπως αγαλμάτια, σκεύη, βάσεις, στοιχεία φωτισμού, εργαλεία, στοιχεία ιπποσκευής, εξαρτήματα αμαξών, θραύσματα από αγάλματα, πολλά ελάσματα, καθώς και δύο τάλαντα καθαρού χαλκού, αλλά και το φάσμα χρονολόγησής τους από τον 1ο αιώνα π.Χ. έως και τον 3ο αιώνα μ.Χ. οδηγούν στην υπόθεση ότι το πλοίο μετέφερε υλικό που προοριζόταν για επαναχύτευση.

ΤΑ ΕΚΘΕΜΑΤΑ

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

amr_inside_blue

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ